Σύζυγος και νοσοκόμα
Την πήρε μικρή. Δεκαεφτά χρόνια της
έριχνε. Υπολόγιζε, πέραν των άλλων και στις υπηρεσίες
νοσοκόμας που, στα πίσω πίσω, θα του προσέφερε. Επένδυσε σ’ αυτές. Εκείνη δεν πέρασε καλά στα χέρια του. Δεν έκανε παιδί, όχι γιατί δε μπορούσε, αλλά γιατί δεν της το επέτρεψε. Αυτός είχε ήδη μια κόρη από τον πρώτο του γάμο και θεωρούσε ότι επιτέλεσε το καθήκον του, ως αναφορά τη διαιώνιση του είδους. Εκείνη το έφερε βαρέως πάντως, το ότι δεν έγινε μητέρα και το άφηνε να διαφεύγει μαζί με έναν αναστεναγμό. Ήθελε, όπως οι περισσότερες γυναίκες, να λειτουργήσει αυτή η θεία διαδικασία μέσα της.
νοσοκόμας που, στα πίσω πίσω, θα του προσέφερε. Επένδυσε σ’ αυτές. Εκείνη δεν πέρασε καλά στα χέρια του. Δεν έκανε παιδί, όχι γιατί δε μπορούσε, αλλά γιατί δεν της το επέτρεψε. Αυτός είχε ήδη μια κόρη από τον πρώτο του γάμο και θεωρούσε ότι επιτέλεσε το καθήκον του, ως αναφορά τη διαιώνιση του είδους. Εκείνη το έφερε βαρέως πάντως, το ότι δεν έγινε μητέρα και το άφηνε να διαφεύγει μαζί με έναν αναστεναγμό. Ήθελε, όπως οι περισσότερες γυναίκες, να λειτουργήσει αυτή η θεία διαδικασία μέσα της.
Όταν πια το πήρε απόφαση, όλη της
την αγάπη την έδωσε στα σκυλιά. Τα μάζευε από το δρόμο όπου τα εύρισκε, μεγάλα
και μικρά, τα έκρυβε από το οπτικό του πεδίο να μην τα βλέπει και μουρμουρίζει
κι έψαχνε να βρει οικογένεια να τα δώσει. Κάποτε είχε βρει μερικά εγκαταλελειμμένα
κουταβάκια σε μια κούτα. Επειδή τσιρίζανε και κάνανε φασαρία τους έλεγε σιγά: «Μην
κάνετε φασαρία. Μέσα είναι ένας κακός
άνθρωπος που δεν σας αγαπά.» Κι αυτά θαρρείς και καταλαβαίνανε ίντα τους έλεγες,
λουφάζανε αμίλητα.
Μα έφυγε πρώτη. Μπήκε μέσα σε ένα
νοσοκομείο για μία εγχείρηση ρουτίνας και από μία επιπλοκή στους πνεύμονες δεν
ξαναβγήκε. Τον ξάφνιασε είναι αλήθεια που την έκανε με ελαφριά πηδηματάκια. Σα
να είχε μια συμφωνία με κάποιον κι αυτός να μην τήρησε τα υπεσχημένα. Τον
ξάφνιασε που απομακρύνθηκε από κοντά του δίχως να του πάρει την άδεια και δίχως
να φορέσει πρώτα τη στολή της νοσοκόμας.
Για λίγο καιρό την έβγαλε μόνος
του. Πιο πολύ καθότανε στο χωριό παρά στην Αθήνα. Πήγαινε στον καφενέ κι έκανε
παρέα με τ’ άλλα γεροντάκια. Είχε περάσει τα ενενήντα πια. Πάντως φαινότανε
ακμαίος σα να είχε ξεγελάσει και το χρόνο και το χάρο. Ένα βράδυ όμως, που είχε
ξεκόψει σε έναν αδιέξοδο δρόμο για να …ξαλαφρώσει, αισθάνθηκε μια αδιαθεσία κι
έπεσε. Κάποιοι περαστικοί τον μαζέψανε ύστερα απ’ ώρα. Στάθηκε στα πόδια του μα
για λίγο. Είχε ήδη αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση. Μπήκε σε ένα νοσοκομείο για να τον
ισορροπήσουν και σε ένα κέντρο αποκατάστασης για να ισορροπήσει. Παρουσίασε μια
αναλαμπή είν’ αλήθεια κι άρχισε να κάνει κάποια βηματάκια. Θέλω να πάω στο
χωριό, έλεγε, μα από τη μία οι ατονισμένοι μυς, από την άλλη τα ίδια τα γηρατειά,
συνθλίβανε τη φθισική ελπίδα να ξανάρθει.
Μάθαμε ότι πέθανε τη μέρα που τον
φέρανε στη Ριτσώνα. Η κηδεία έγινε προφανώς σε στενό οικογενειακό κύκλο. Τώρα,
τώρα η κόρη θα σκεφτεί για λίγο τι θα κάνει με το σπίτι στο χωριό. Δεν έχει
ιδιαίτερο δέσιμο μαζί του. Δεν ερχότανε τα καλοκαίρια. Δεν ερχότανε να παίξει
με το χιόνι το χειμώνα. Δεν έχει αναμνήσεις από τα μικράτα της. Το μόνο που
ξέρει απ’ αυτό το σπίτι είναι το κλειδί της εξώπορτας. Σαν περάσει λίγος
καιρός, να καθίσει η σκόνη, η προνοητική και φιλάνθρωπη σκόνη, που κάθεται στα
πράγματα να μη μας τυφλώνουν, πιο ήρεμα σκεπτόμενη, έξω από κάθε συναισθηματική
φόρτιση, όταν τα χόρτα θρασομανώντας σφαλίσουνε παράθυρα και πόρτες, θα
αποφασίσει να το πουλήσει.
Σ.Π.Παπασηφάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου