Η
γοητεία της αμαρτίας[i]
Στην παλιά Ρωσία υπήρχε ένα
μοναστήρι ξεκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. Το πιο κοντινό χωριό ήταν σε
απόσταση πάνω από εκατό βέρτσια. Έτσι πολύ σπάνια ερχόταν κάποιος επισκέπτης.
Τίποτα δεν άλλαζε τη ρουτίνα του. Οι μέρες και οι νύχτες έμοιαζαν καταπληκτικά
μεταξύ τους και οι καλόγεροι δούλευαν και προσεύχονταν, προσεύχονταν και
δούλευαν.
Δεκάδες χρόνια κρατούσε αυτό. Εκτός από τα πουλιά και τα άγρια ζώα κανένα άλλο ζωντανό πλάσμα δεν φαινόταν ποτέ κοντά στο μοναστήρι. Ώσπου κάποια νύχτα χτύπησε την πόρτα ένας κάτοικος της πολιτείας, ένας αμαρτωλός.
Αφού έφαγε και ήπιε, κοίταξε τους καλόγερους που τον υπηρετούσαν και τους είπε: «Είστε πολύ αφελείς καλόγεροί μου. Δεν ξέρετε παρά να τρώτε και να πίνετε. Νομίζετε πώς έτσι θα σώσετε την ψυχή σας; Ενώ εσείς ζείτε στη μακαριότητά σας, οι άλλοι άνθρωποι χάνονται και πηγαίνουν στην κόλαση. Στην πολιτεία, οι μισοί άνθρωποι πεθαίνουνε της πείνας και οι άλλοι μισοί, μην ξέροντας τι να κάνουν το χρυσάφι τους, πνίγονται μέσα στην ασωτεία, σαν τις μύγες στο μέλι… Ποιος λοιπόν θα τους σώσει και θα τους διδάξει; Μήπως εγώ που μεθοκοπάω από το πρωί ίσαμε το βράδυ; Γιατί ο Θεός σας έδωσε τόσα χαρίσματα; Για να μένετε μακάριοι μέσα σε τέσσερις τοίχους και να μην κάνετε τίποτα;
Τα λόγια του ξένου είχαν τόση επίδραση στον ηγούμενο, έναν άγιο άνθρωπο, ώστε την άλλη μέρα κιόλας πήρε το ραβδί του, αποχαιρέτησε τους μοναχούς και ξεκίνησε για την πολιτεία.
Μετά από τρεις μήνες που επέστρεψε ήταν άλλος άνθρωπος. Είχε αδυνατίσει, είχε γεράσει απότομα. Δίχως να απαντήσει στις επίμονες ερωτήσεις των μοναχών, κλείστηκε για μέρες στο κελί του. Όταν με τα πολλά βγήκε έξω, μάζεψε τους μοναχούς και τους μίλησε. Στην αρχή περιέγραψε το ταξίδι του από το μοναστήρι στην πολιτεία. Τους περιέγραψε τις χαρές τις εξοχής, τα ρυάκια που κελαρύζουν και τα πουλιά που κελαηδούν πάνω στους φράχτες. Ύστερα τους περιέγραψε την πολιτεία. Του ήταν γραφτό, στα τέλη της ζωής του ν’ ανακαλύψει λέει και να καταλάβει πόσο δυνατός είναι ο Σατανάς, πόσο ωραία είναι η αμαρτία και πόσο αδύνατοι, δειλοί και τιποτένιοι είναι οι άνθρωποι.
Τους είπε για το κρασί που έμοιαζε με ήλεκτρο και αχτινοβολούσε σα χρυσάφι. Πόσο γλυκό και μυρωμένο ήταν, αφού οι άνθρωποι που το έπιναν, χαμογελούσαν με μακαριότητα και ήθελαν να πιούν κι άλλο. Τους είπε για μια παρέα που γλεντοκοπούσε. Στη μέση, πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα στους άντρες, λικνιζόταν ορθή μια αμαρτωλή γυναίκα μισόγυμνη. Θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς και να βρει μέσα στη φύση πράγμα πιο ελκυστικό από τη γυναίκα εκείνη. Όπως το καινούριο χόρτο βγαίνει απ’ την ανοιξιάτικη γη, έτσι και η ομορφιά της τρυπούσε τις πτυχές των ρούχων που τη σκέπαζαν και φανερωνόταν θεϊκή.
Όταν τους περιέγραψε όλες τις παγίδες του διαβόλου, όλη την ομορφιά της αμαρτίας και την ακατανίκητη χάρη των γυναικών, ο ηγούμενος καταράστηκε το Σατανά και αφήνοντας τους άλλους μοναχούς άφωνους, κλείστηκε στο κελί του…
Την άλλη μέρα το πρωί, όταν βγήκε
πάλι από το κελί του, δε βρήκε ούτε ένα καλόγερο στο μοναστήρι….
[i] Μεταγραφή – διασκευή: Σ.Π.Παπασηφάκη από το ομώνυμο διήγημα του Άντον Τσέχωφ.
1. Άντον Τσέχωφ. Η γοητεία της αμαρτίας. Περιοδικό «μπουκέτο». 10 Οκτωβρίου 1929. Σελ. 1142-1143
2. Άντον Τσέχωφ. Η γοητεία της αμαρτίας. Νάντια σ’ αγαπώ και άλλα διηγήματα. Εκδόσεις «σελίδες». Σελ. 65-73
Άντον Τσέχωφ
Διασκευή από το ομώνυμο
διήγημα
Σ.Π.Παπασηφάκης
Δεκάδες χρόνια κρατούσε αυτό. Εκτός από τα πουλιά και τα άγρια ζώα κανένα άλλο ζωντανό πλάσμα δεν φαινόταν ποτέ κοντά στο μοναστήρι. Ώσπου κάποια νύχτα χτύπησε την πόρτα ένας κάτοικος της πολιτείας, ένας αμαρτωλός.
Αφού έφαγε και ήπιε, κοίταξε τους καλόγερους που τον υπηρετούσαν και τους είπε: «Είστε πολύ αφελείς καλόγεροί μου. Δεν ξέρετε παρά να τρώτε και να πίνετε. Νομίζετε πώς έτσι θα σώσετε την ψυχή σας; Ενώ εσείς ζείτε στη μακαριότητά σας, οι άλλοι άνθρωποι χάνονται και πηγαίνουν στην κόλαση. Στην πολιτεία, οι μισοί άνθρωποι πεθαίνουνε της πείνας και οι άλλοι μισοί, μην ξέροντας τι να κάνουν το χρυσάφι τους, πνίγονται μέσα στην ασωτεία, σαν τις μύγες στο μέλι… Ποιος λοιπόν θα τους σώσει και θα τους διδάξει; Μήπως εγώ που μεθοκοπάω από το πρωί ίσαμε το βράδυ; Γιατί ο Θεός σας έδωσε τόσα χαρίσματα; Για να μένετε μακάριοι μέσα σε τέσσερις τοίχους και να μην κάνετε τίποτα;
Τα λόγια του ξένου είχαν τόση επίδραση στον ηγούμενο, έναν άγιο άνθρωπο, ώστε την άλλη μέρα κιόλας πήρε το ραβδί του, αποχαιρέτησε τους μοναχούς και ξεκίνησε για την πολιτεία.
Μετά από τρεις μήνες που επέστρεψε ήταν άλλος άνθρωπος. Είχε αδυνατίσει, είχε γεράσει απότομα. Δίχως να απαντήσει στις επίμονες ερωτήσεις των μοναχών, κλείστηκε για μέρες στο κελί του. Όταν με τα πολλά βγήκε έξω, μάζεψε τους μοναχούς και τους μίλησε. Στην αρχή περιέγραψε το ταξίδι του από το μοναστήρι στην πολιτεία. Τους περιέγραψε τις χαρές τις εξοχής, τα ρυάκια που κελαρύζουν και τα πουλιά που κελαηδούν πάνω στους φράχτες. Ύστερα τους περιέγραψε την πολιτεία. Του ήταν γραφτό, στα τέλη της ζωής του ν’ ανακαλύψει λέει και να καταλάβει πόσο δυνατός είναι ο Σατανάς, πόσο ωραία είναι η αμαρτία και πόσο αδύνατοι, δειλοί και τιποτένιοι είναι οι άνθρωποι.
Τους είπε για το κρασί που έμοιαζε με ήλεκτρο και αχτινοβολούσε σα χρυσάφι. Πόσο γλυκό και μυρωμένο ήταν, αφού οι άνθρωποι που το έπιναν, χαμογελούσαν με μακαριότητα και ήθελαν να πιούν κι άλλο. Τους είπε για μια παρέα που γλεντοκοπούσε. Στη μέση, πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα στους άντρες, λικνιζόταν ορθή μια αμαρτωλή γυναίκα μισόγυμνη. Θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς και να βρει μέσα στη φύση πράγμα πιο ελκυστικό από τη γυναίκα εκείνη. Όπως το καινούριο χόρτο βγαίνει απ’ την ανοιξιάτικη γη, έτσι και η ομορφιά της τρυπούσε τις πτυχές των ρούχων που τη σκέπαζαν και φανερωνόταν θεϊκή.
Όταν τους περιέγραψε όλες τις παγίδες του διαβόλου, όλη την ομορφιά της αμαρτίας και την ακατανίκητη χάρη των γυναικών, ο ηγούμενος καταράστηκε το Σατανά και αφήνοντας τους άλλους μοναχούς άφωνους, κλείστηκε στο κελί του…
[i] Μεταγραφή – διασκευή: Σ.Π.Παπασηφάκη από το ομώνυμο διήγημα του Άντον Τσέχωφ.
1. Άντον Τσέχωφ. Η γοητεία της αμαρτίας. Περιοδικό «μπουκέτο». 10 Οκτωβρίου 1929. Σελ. 1142-1143
2. Άντον Τσέχωφ. Η γοητεία της αμαρτίας. Νάντια σ’ αγαπώ και άλλα διηγήματα. Εκδόσεις «σελίδες». Σελ. 65-73
%20%CE%92.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου