Το καναρινί αυτοκίνητο
Η άνοιξη έσβηνε. Το καλοκαίρι μας
έκλεινε το μάτι. Εκείνο τον καιρό, γύρω στα 85-86 τα
Βρυσάκια ήτανε το επίνειο των Ψαχνών. Εκεί έκαναν τα μπάνια τους τα Ψαχνά. Ύστερα ήρθαν τα εργοστάσια κι η θάλασσα καταστράφηκε ένα γύρω. Δε μίλησε κανείς γιατί, ιδιαίτερα στη ΛΑΡΚΟ, οι μισθοί ήτανε καλοί, οι κραυγές έγιναν ψίθυροι και ένα δάκτυλο σιωπής έκλεινε το στόμα.
Βρυσάκια ήτανε το επίνειο των Ψαχνών. Εκεί έκαναν τα μπάνια τους τα Ψαχνά. Ύστερα ήρθαν τα εργοστάσια κι η θάλασσα καταστράφηκε ένα γύρω. Δε μίλησε κανείς γιατί, ιδιαίτερα στη ΛΑΡΚΟ, οι μισθοί ήτανε καλοί, οι κραυγές έγιναν ψίθυροι και ένα δάκτυλο σιωπής έκλεινε το στόμα.
Κάθε μέρα πηγαίναμε για μπάνιο με
τη γυναίκα μου στα Πολιτικά. Μαζί μας παίρναμε την Ελενίτσα μου. Από τότε
ήμασταν αυτοκόλλητοι. Σιγά σιγά όμως, μαζί με την Ελένη, μαζεύτηκαν και άλλοι
μαθητές μου. Έτσι γίναμε στο σύνολο εννιά. Εφτά παιδιά, εγώ και η γυναίκα μου.
Ήτανε η Ελένη με τον αδελφό της το Μήτσο, ο Γιάννης με τον Τάκη το Λύρα,η
Αγγελική και η Κική με το Γιάννη το «Μαλαβάζο». Η Ελένη με τον Τάκη κάθονταν
στο πορτμπαγκάζ και είχανε θέα προς τα πίσω. Πώς να χωρέσουνε αλλιώς; Και όλα
αυτά σε ένα μικρό αυτοκίνητο 900 κυβικών, ένα κίτρινο SEAT 127 που είχα τότε. Δεν είναι τυχαίο
που όλοι οι παλιοί μου μαθητές, το θυμούνται αυτό το αυτοκίνητο. Κάθε απόγευμα
λοιπόν μας άκουγε όλη η παραλία. Γινόταν ένας μικρός χαμός. Η γυναίκα μου από
την άλλη διάβαζε ένα βιβλίο όση ώρα εγώ πιλάτευα τα παιδιά, δεν είχανε μπει
βλέπεις ακόμη στη ζωή μας τα smartphones.
Το Γιάννη το Μαλαβάζο τον πειράζαμε περισσότερο απ’ όλους, το σήκωνε βλέπεις
και ο οργανισμός του, αλλά κι αυτός έβριζε του καλού καιρού. Εμείς, εγώ και οι
πιο μεγάλοι σε ηλικία, του βουτούσαμε την κεφάλα μέσα στο νερό κι έβγαιναν
υποβρύχιες οι τελευταίες λέξεις.
Αυτή η ιστορία συνεχίστηκε με τη
Νίνα μου και τις φίλες της. Με το μπλε SUZUKI αυτή τη φορά. Το SUZUKI που όταν
αποφάσισα να το αποχωριστώ, το αγόρασε μία από τις «φίλες». Το αγαπώ αυτό το
αυτοκίνητο, μου είπε, θυμάμαι που πηγαίναμε μ’ αυτό για μπάνιο. Εγώ το είχα
ξεχάσει, εκείνη όχι. Και τώρα όμως, ακόμη και τώρα, παρά τα εξήντα εφτά μου
χρόνια, κυλιέμαι στα χαλιά με το βαφτιστίκο ή με τα ανίψια της γυναίκας μου.
Παλεύουμε, τους πετάω τις κάλτσες και τα παπούτσια να καθίσουνε στο κουρτινόξυλο
ή γινόμαστε το καλοκαίρι μούσκεμα με τα νερομπίστολα.
Με το βαφτιστίκο μάλιστα, στο
σπίτι του, επετεύχθη ο τελευταίος μου άθλος. Για μία εισέτι φορά παίζαμε
κλέφτες και αστυνόμους. Εγώ ήμουν ο κλέφτης κι αυτός με κυνηγούσε φορώντας την
κάσκα που έγραφε police και τα υπόλοιπα συμπράγκαλα, χειροπέδες, γκλομπ, σήμα και
πιστόλι. Κάθε τόσο μάλιστα πηδούσε από την πλάτη στο γωνιακό καναπέ, έκανε
κωλοτούμπα στο κάθισμα και προσγειωνόταν
με τα πόδια. Μία, δύο, τρεις, τον π……. λέω πρέπει να το κάνω κι εγώ ή θα το πετύχω
ή θα σπάσω κανένα πόδι. Και ω του θαύματος προσγειώθηκα ακέραιος και αρτιμελής.
Ο μπάτσος εν τω μεταξύ είχε γουρλώσει τα μάτια και με κοίταε ενώ το παιδί
γέλαγε μέσα μου.
Δε μπορείς να μεγαλώσεις ένα
παιδί αν δεν παίζεις μαζί του. Με τα παιδιά, παιδί. Ένας ενήλικας, με γνώμονα
τη δική του σμίκρυνση, μεγεθύνει την ευτυχία των παιδιών. Στο τέλος της ημέρας,
στο τέλος των ημερών, στην αποτίμηση, αυτά μένουν. Με τα παιδιά, παιδί λοιπόν.
Άσε που μερικοί άντρες το’ χουνε μέσα τους, δεν ενηλικιώνονται ποτέ, οι
γυναίκες το ξέρουνε καλά αυτό. Οι άντρες, έλεγε ένα θεατρικό, ενηλικιώνονται
πενήντα χρόνια μετά το θάνατό τους.
Σ.Π.Παπασηφάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου