Ξαναδιαβάζοντας
Παπαδιαμάντη
Παλιά θυμάμαι διάβαζα πολύ.
Φοιτητής, είχα καθαρίσει τη Βασική Βιβλιοθήκη «Αετού» του Ζαχαρόπουλου, σαράντα
οκτώ τόμους, πεντακόσιοι Έλληνες συγγραφείς με τα κυριότερα έργα τους.
Ερχότανε η μάνα μου, ήμουνα ο τελευταίος από τους τρεις γιους που είχε απομείνει στο σπίτι και μου έπαιρνε το βιβλίο που είχα παρατήσει πάνω στο στήθος μου ανοιχτό.
Ερχότανε η μάνα μου, ήμουνα ο τελευταίος από τους τρεις γιους που είχε απομείνει στο σπίτι και μου έπαιρνε το βιβλίο που είχα παρατήσει πάνω στο στήθος μου ανοιχτό.
Τότε είχα μια μικρή βιβλιοθήκη,
τώρα έχει πνιγεί ένα δωμάτιο στα βιβλία. Έχει αρχίσει μια διαρροή προς τη
Θεσσαλονίκη. Παίρνει όποιο βιβλίο θέλει η Νίνα μου και είναι κρυφή η χαρά μου
σα να είμαι ο λαμβάνων και όχι ο δίδων.
Συνταξιούχος τώρα πια δε διαβάζω
ότι να’ ναι, παρά το ότι έχω άπλετο χρόνο. Επιστρέφω τακτικά σε παλιές τινές
αγάπες, σα να εκπληρώνω κάποιο τάμα. Έτσι, κάθε Χριστούγεννα επανέρχομαι στον
Παπαδιαμάντη. Μπορεί να έχω και τρεις φορές κάποια από τα βιβλία του, όπως τη
Φόνισσα για παράδειγμα. Επιστρέφω λοιπόν και διαβάζω για πολλοστή φορά τα
διηγήματά του. Ο Αμερικάνος, που γυρνά ύστερα από χρόνια στην πατρίδα και
ψάχνει να βρει τα πατρογονικά, αλλά και την αρραβωνιαστικιά του, μεγαλοκοπέλα
πια, πλην όμως ακόμη κραταιά και μορφοδούλα. Ο ναυαγός με την Υπηρέτρα, που λαχτάρησε
την κόρη του, αλλά κατάφερε τελικά να σωθεί από το οινοφόρο τρεχαντήρι και να
επιστρέψει με άδεια χέρια γιορτάδες μέρες, αλλά μ’ αυτά τα χελωνόδερμα χέρια,
ικανά ακόμη να θρέψουν και τον εαυτό του κι εκείνη. Τη θεια-Αχτίτσα, να περνά
απέναντι στην Εύβοια, να μαζώνει τα εναπομείναντα στάχια στους αγρούς, υπομένοντας
το επίθετο της καραβωμένης, που εκτόξευαν εναντίον της οι καθώς πρέπει κυράδες.
Το Γέρο και την Πατρώνα που εφόρεσαν επιτέλους καινούρια ενδύματα με τα χρήματα
που τους έστειλε από την Αμέρικα, ο αδιαφόρετος γιος και πατέρας. Τη
θαλασσοδαρμένη συντροφιά, που επήγε να λειτουργήσει το Χριστό στο Κάστρο, στην
παλιά και εγκαταλελειμμένη χώρα του νησιού.
Προτιμώ λοιπόν να ξαναδιαβάζω Παπαδιαμάντη,
παρά να εντρυφώ στα σύγχρονα βίπερ, που, συν τω χρόνω, από μικρά λαϊκά
αναγνώσματα τσέπης, μετασχηματίστηκαν σε κανονικά βιβλία λογοτεχνίας.
Σ.Π.Παπασηφάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου